τριχόρροια

τριχόρροια

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "τριχόρροια" в других словарях:

  • τριχόρροια — η, ΝΑ [τριχορροῶ] τριχόπτωση νεοελλ. η πτώση τών εμβρυϊκών τριχών μετά τον τοκετό και η αντικατάσταση τους με άλλες μόνιμες …   Dictionary of Greek

  • τριχορροώ — τριχορροῶ, έω, ΝΑ πάσχω από τριχόρροια, από τριχόπτωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρίξ, τριχός + ρροῶ (< ρρους< ῥέω), πρβλ. φυλλο ρροῶ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»